Τι διδάσκει η πανδημία μετά από ένα χρόνο στα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας

  • Ο  συνολικός αριθμός των νοσοκομειακών γιατρών και των νοσηλευτών και η πυκνότητα του πληθυσμού μιας περιοχής κρισιμότεροι δείκτες από τον αριθμό των πολύ απαραίτητων ΜΕΘ για την εξέλιξη των θανάτων από Covid.
  • Δεν φαίνεται να υπάρχει αιτιώδης (μονοσήμαντη) συνάφεια μεταξύ αριθμού ΜΕΘ /κάτοικο και θανάτων από COVID. 
  • Η υπερβάλλουσα θνησιμότητα εμφάνισε συνάρτηση με την έξαρση των «κυμάτων της πανδημίας».
  • Λοκντάουν «μέχρι να δύσει ο ήλιος» στην Ελλάδα λόγω και ανεπαρκειών στο ΕΣΥ.
  • Στο σκοτάδι η ενημέρωση στην Ελλάδα για τα δεδομένα της πανδημίας. 

Tην 1η Απριλίου 2021 η Ελλάδα ήταν η έκτη καλύτερη από το τέλος χώρα στην Ευρώπη ως προς τον συνολικό αριθμό των επιβεβαιωμένων θανάτων από Covid-19 στη μακάβρια αυτή στατιστική κατηγορία, μετρώντας 783 θανάτους ανά εκατομμύριο πληθυσμού από την αρχή της πανδημίας (Cumulative confirmed deaths per million people, πηγή: ourworldindata.org). Τα ασφαλέστερα μέρη για να επιβιώσει κάποιος από τον κορονοϊό την χρονιά της πανδημίας στην Ευρώπη φαίνεται πως ήταν στα δύο άκρα της: στον Βορρά (Ισλανδία, Νορβηγία, Φινλανδία, Δανία, με την εξαίρεση της Σουηδίας που ακολούθησε άλλο μοντέλο) και στον Νότο (η Κύπρος και αρχικά η Ελλάδα).  Δεν πρόκειται για μια αποτύπωση της στιγμής, αλλά μια γενική εικόνα που ισχύει ως προς τους μέσους όρους θανάτων και στις τρεις φάσεις της πανδημίας μέχρι τώρα. Όμως στην πραγματικότητα η κατάσταση είναι αρκετά πιο περίπλοκη, καθώς το φαινόμενο εξελίσσεται δυναμικά. 

Ο αριθμός των θανάτων εξαιτίας του κορονοϊού (deaths per capita) σε μια χώρα αποτελεί μια συνάρτηση μεγεθών που είναι δύσκολο να προσδιοριστούν και να παραμετροποιηθούν επακριβώς, ώστε να δώσουν ασφαλή συμπεράσματα: διάδοση του ιού, βαθμός αρχικής ετοιμότητας και μετέπειτα ενίσχυσης των εθνικών συστημάτων υγείας, μέτρα αντιμετώπισης, πληθυσμιακά και γεωγραφικά δεδομένα (π.χ. κατανομή πληθυσμού), συμπεριφορικές τάσεις, εξέλιξη προγράμματος εμβολιασμού. 

Δεν αρκεί η επισκόπηση των θανάτων από Covid για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων αλλά χρειάζονται περισσότεροι επιδημιολογικοί δείκτες. Η «υπερβάλλουσα θνησιμότητα» (excess mortality), οι θάνατοι, δηλαδή, από όλες τις αιτίες στην εποχή του κορονοϊού που υπερβαίνουν τον μέσο όρο μιας χώρας σε μια πενταετή περίοδο αναφοράς (2015-2019), εκτοξεύτηκε στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών που δοκιμάστηκαν από την πανδημία. Συνολικά έως τον Νοέμβριο του 2020 καταγράφηκαν  400.000 παραπάνω απώλειες στην ΕΕ σε σχέση με την ίδια περίοδο αναφοράς (πηγή Eurostat).  H ευρωπαϊκή πλατφόρμα EUROMOMO , που παρακολουθεί τη θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία σε 27 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), καταγράφει τις τελευταίες εβδομάδες σχετικά μικρή αύξηση της υπερβάλλουσας θνησιμότητας στην Ελλάδα.
Δεν έχουν πληγεί όλες οι χώρες με τον ίδιο τρόπο από θανάτους εκτός Covid.  Στην Ελλάδα το πρώτο δεκάμηνo του 2020 η υπερβάλλουσα θνησιμότητα κινήθηκε κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας ή και χαμηλότερα, όμως η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει δραματικά τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο (μήνες που κορυφώνεται το δεύτερο κύμα), ενώ για τους δύο πρώτους μήνες του 2021 υπήρξε αρχικά μείωση των «παραπάνω θανάτων» από όλες τις αιτίες. 

Στην Ελλάδα το 2020 καταγράφηκαν 8.802 περισσότεροι θάνατοι σε σύγκριση με το 2019. Οι θάνατοι από Covid-19 όμως ήταν 4.881. Η διαφορά των 4.921 νεκρών δεν είναι ισομερώς κατανεμημένη κατά τη διάρκεια του έτους.

Σύστημα μιας νόσου

Η διαφορά  αυτή δεν είναι εύκολο να αποδοθεί σε συγκεκριμένα αίτια και παρά το εύλογο συμπέρασμα ότι ενδεχομένως συνδέεται με αδιάγνωστα κρούσματα Covid-19 καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η αναγκαστική μετατροπή του Εθνικού Συστήματος Υγείας σε σύστημα μιας νόσου, του κορονοϊού.
Με στόχο την καταγραφή της αρχικής ετοιμότητας και της απόκρισης του ελληνικού Εθνικού Συστήματος Υγείας μπροστά στην πανδημία, το MIIR συγκέντρωσε από διάφορες πηγές και ανέλυσε στοιχεία ενός χρόνου για τον αριθμό των θανάτων από Covid, τον αριθμό των πραγματικά διαθέσιμων ΜΕΘ προ πανδημίας και κατά τη διάρκεια ενός έτους, τον αριθμό των διασωληνωμένων, τον αριθμό των θανάτων και των κρουσμάτων στο νοσηλευτικό προσωπικό. 

Οι θάνατοι των «ηρώων» με τις λευκές μπλούζες 

 Όταν οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης αρρωσταίνουν κατά τη διάρκεια της επιδημίας της νόσου, οι συνολικοί αριθμοί περιστατικών και τα ποσοστά θνησιμότητας ενδέχεται να αυξηθούν σημαντικά, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια. 
Οι ερευνητές διερεύνησαν τον άμεσο αντίκτυπο της απώλειας των εργαζομένων στον τομέα της υγείας Υπολόγισαν μέσω μοντέλων ότι η μείωση στην ποιότητα περίθαλψης σε μια επιδημία, δυνητικά οδηγεί σε έως και 15% αύξηση κρουσμάτων και έως και 1716%(!) αύξηση θανάτων. 
Κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, σύμφωνα με άλλη μελέτη σε παγκόσμια κλίμακα που δημοσιεύτηκε στο “BMJ Global Health ”, η Ευρώπη σε απόλυτους αριθμούς είχε τις υψηλότερες καταγραφές σε επιβεβαιωμένα κρούσματα (119.628) και τους περισσότερους θανάτους (712) ανάμεσα στους υγειονομικούς. Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου στο πρώτο κύμα κατέγραψε τον υψηλότερο αριθμό καταγεγραμμένων θανάτων  υγειονομικών ανά 100 μολύνσεις σε όλο τον πλανήτη (5,7). Στην Ελλάδα ο αρμόδιος φορέας, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), δεν παρέχει ενημέρωση για τα αναλυτικά στοιχεία θανάτων και κρουσμάτων γιατρών και νοσηλευτών.

«Ο πνιγμός είναι μεγάλο βασανιστήριο. Μην τύχει σε κανέναν. Κάθε στιγμή φλερτάρω με τον θάνατο. Μην με παίρνετε τηλέφωνο. Κάντε μια προσευχή» έγραφε σε ανάρτηση του μέσα από το νοσοκομείο στις αρχές Δεκεμβρίου ένας 53χρονος νοσηλευτής. Είχε διαγνωστεί θετικός στις 24 Νοεμβρίου. Νοσηλεύτηκε μια εβδομάδα στο νοσοκομείο του Κιλκίς όπου εργαζόταν.  Για την αποσυμφόρηση του νοσοκομείου από περιστατικά κορονοϊού μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο  Σερρών. Νοσηλεύθηκε εκεί επί πολλές ημέρες διασωληνωμένος σε ΜΕΘ, αλλά στις 9 Ιανουαρίου 2021 κατέληξε. Ήταν τότε ο 20ος  θάνατος υγειονομικού στην Ελλάδα. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου είχαν καταλήξει 26 υγειονομικοί στην Ελλάδα, οι 25 εκ των οποίων στο δεύτερο και το τρίτο κύμα της πανδημίας. Η διάμεση ηλικία τους ήταν τα 48 χρόνια, ενώ η διάμεση ηλικία θανάτων του υπόλοιπου πληθυσμού από Covid-19 είναι τα 68 χρόνια. Ο συνολικός απολογισμός της πανδημίας μετά από ένα χρόνο στο ελληνικό ΕΣΥ είναι πάνω από 4000 κρούσματα σε υγειονομικούς και 26 θάνατοι. Στο τέλος Απριλίου στην Ελλάδα νοσούσαν 700 γιατροί και νοσηλευτές και 50 αυτούς νοσηλεύονταν. Οι εργαζόμενοι διαδηλώνουν συνεχώς για ανάγκη προσλήψεων ιατρών και κυρίως νοσηλευτών, ζητούν την μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων, την ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμό.

Θάνατοι και ΜΕΘ 

Ο πραγματικός αριθμός των υφιστάμενων, πολυδύναμων Μονάδων Εντατικής Θεραπείας για ασθενείς με Covid-19 αποτελούν έναν από τους κρίσιμους δείκτες που καθορίζουν τα όρια αντοχής του συστήματος υγείας σε κάθε χώρα. Αξιόπιστα και ανοιχτά, επικαιροποιημένα δεδομένα για τον πραγματικό αριθμό των διαθέσιμων ΜΕΘ μέσα στον χρόνο της πανδημίας δεν υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Απομονώνοντας όλες τις άλλες πολύ σημαντικές κατά τα άλλα παραμέτρους (ιικό φορτίο, μέτρα αντιμετώπισης, αριθμό εργαζομένων, πορεία εμβολιασμού κ.ά.) συσχετίσαμε σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών  τον αριθμό των επιβεβαιωμένων θανάτων από Covid-19 ανά κάτοικο σε σχέση με τον αριθμό κλινών πολυδύναμων ΜΕΘ ανά κάτοικο στην αρχή της πανδημίας (πηγή OECD, Eurostat).

Η Γερμανία ήταν πριν από την πανδημία και παραμένει η χώρα στην Ευρώπη με τη μεγαλύτερη αναλογία ΜΕΘ ανά κάτοικο. Στον αντίποδα η Ελλάδα διαχρονικά είχε μια από τις μικρότερες αναλογίες σε μονάδες εντατικής θεραπείας και σε νοσηλευτές. Στο πρώτο κύμα της πανδημίας η αδυναμία του ελληνικού συστήματος δεν οδήγησε στην κατάρρευση και το σύστημα άντεξε, κυρίως εξαιτίας της μειωμένης κυκλοφορίας του ιού, των έγκαιρων μέτρων και της συμμόρφωσης των πολιτών. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά μέσα στο 2021 με αποτέλεσμα από τα μέσα Μαρτίου να μην υπάρχουν πλέον διαθέσιμες ΜΕΘ, ενώ στα νοσοκομεία υπάρχουν λιστες ασθενών που περιμένουν να μπουν να μπουν σε ΜΕΘ. 

Από την επεξεργασία των στοιχείων προκύπτει δεν φαίνεται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ θανάτων και διαθέσιμων ΜΕΘ. Ωστόσο, από το διάγραμμα προκύπτει ότι χώρες με μικρότερη αναλογία διαθέσιμων ΜΕΘ (Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία, Ελλάδα) πιέζονται περισσότερο και ορισμένες κατέγραψαν δυσανάλογους θανάτους (Ιταλία). Η ερμηνεία του φαινομένου είναι πιο σύνθετη, καθώς σε διάφορες περιοχές (Β.Ιταλία) κατέρρευσε το σύστημα εξαιτίας και της αυξημένης κυκλοφορίας του ιού, στοιχείο το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει αντίστοιχα τις εισαγωγές, τις διασωληνώσεις και κατ’επέκταση τους θανάτους. Ακόμα μια εξαίρεση αποτελούν οι χώρες του Βορρά (πλην Σουηδίας). Ενδεικτικό της συνθετότητας του προβλήματος είναι το γεγονός πως παρότι Ουγγαρία και Ελβετία είχαν περίπου ανάλογη δυνατότητα σε ΜΕΘ, η Ουγγαρία κατέγραψε σχεδόν διπλάσια νούμερα θανάτων.   

Σύμφωνα με έρευνα του βρετανικού ανεξάρτητου οργανισμού Health Foundation κατά τους πρώτους έξι μήνες της πανδημίας, χώρες με μεγαλύτερη αναλογία κλινών ΜΕΘ και χειρουργών ιατρών ανά κάτοικο πράγματι κατέγραψαν λιγότερους θανάτους από COVID-19.  Οι ερευνητές πάντως επισημαίνουν πως είναι μάλλον απίθανο η δυναμική των συστημάτων υγείας να αποτελεί τον μοναδικό καθοριστικό παράγοντα των διαφορών στους θανάτους ανά τον κόσμο. Διαπιστώθηκε επιπλέον και κάτι αξιοσημείωτο: χώρες με υψηλότερη χωρητικότητα σε κλίνες, πήραν αποφάσεις για επιβολή lockdown νωρίτερα και από άλλες με χαμηλότερες δυναμικές. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε δευτερογενή θέματα υγείας. Αυτή δεν ήταν, όμως, η περίπτωση της Ελλάδας.
Μια άλλη παγκόσμια έρευνα σε 183 χώρες, βάσει αξιόπιστων δεδομένων από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), την Παγκόσμια Τράπεζα και άλλους επίσημους εθνικούς οργανισμούς σχετικά με την διαθεσιμότητα κάθε χώρας σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας και σε νοσοκομειακές κλίνες, έδειξε ότι υπάρχει πράγματι κάποια συσχέτιση ανάμεσα στην αναλογία αριθμού κρεβατιών ΜΕΘ ανά 100 χιλιάδες κατοίκους με τους θανάτους από τον κορονοϊό. Το παράδοξο ήταν σε παγκόσμιο επίπεδο πως χώρες με πολύ χαμηλότερο ΑΕΠ και χωρητικότητα σε ΜΕΘ και κρεβάτια, παρουσίασαν μικρότερο ποσοστό θανάτου. Η ερμηνεία του αντιφατικού αυτού φαινομένου, σύμφωνα με τους ερευνητές, ήταν είναι ότι οι περιοχές με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού πιθανότατα έχουν μεγαλύτερο αριθμό κλινών ICU για να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού. Ωστόσο, οι πυκνοκατοικημένες περιοχές είναι επίσης αυτές, οι οποίες ενισχύουν την εξάπλωση του κορονοϊού και τελικά αποδίδουν υψηλότερο αριθμό θανάτων. Επομένως, η θετική συσχέτιση που ανακαλύφθηκε πιθανότατα επηρεάζεται από το μέγεθος του πληθυσμού ως τροποποιητική μεταβλητή. 

Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας που παρατηρείται σε χώρες με υψηλό εισόδημα μπορεί να οφείλεται και στην αυξημένη ικανότητα των ασθενών να ταξιδεύουν και, δυστυχώς, υποκύπτουν στο COVID-19 στο νοσοκομείο παρά τη φροντίδα υψηλής ποιότητας. 

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα προκύπτει πάντως πως δεν υπάρχει αξιοσημείωτη συσχέτιση μεταξύ ούτε του αριθμού των κρεβατιών σε νοσοκομεία (hospital beds/100K) ούτε των μονάδων αυξημένης φροντίδας (ΜΑΦ) και των θανάτων από Covid-19. Αυτό, υπογραμμίζουν οι ερευνητές, υποδηλώνει ότι υπάρχουν άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την θνησιμότητα από κορονοϊό, όπως οι διαθέσιμες προμήθειες (π.χ. αναπνευστήρες πλήρους λειτουργίας) και ο αριθμός του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού. Επιπλέον, ένα σχετικό έλλειμμα προστατευτικού υλικού μπορεί να επιδεινώσει τις επιπτώσεις της έλλειψης προσωπικού υγειονομικής περίθαλψης και μπορεί να έχει δραματική επίδραση στην επιβίωση των ασθενών με COVID-19.

Και ενώ τα λοκντάουν αποδεδειγμένα σε πρώτο επίπεδο και κυρίως στο πρώτο κύμα ωφέλησαν, μειώνοντας το ιικό φορτίο, στην Ελλάδα στο τρίτο κύμα της πανδημίας, μετά από 5 μήνες περιοριστικών μέτρων και μετά από αυστηροποίηση αυτών τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2021, η πανδημία αντί να παρουσιάσει ύφεση, κατέγραψε στις αρχές Απριλίου τη χειρότερη εικόνα. Η Ελλάδα, που ετοιμάζεται να ανοίξει οικονομία και τουρισμό, δεν έχει καμία σχέση με τη χώρα πριν από ένα χρόνο, καταγράφοντας συνεχόμενα ρεκόρ κρουσμάτων και διασωληνώσεων και σταθερή αύξηση των νεκρών. 

Στο σκοτάδι η ενημέρωση στην Ελλάδα

Στις 19 Νοεμβρίου 2020 το MIIR κατέθεσε επίσημο αίτημα κατάθεσης εγγράφων προς το υπουργείο Υγείας, προς τον ΕΟΔΥ, προς τον υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας και προς τη γενική γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.  Βάσει του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα, τη συνταγματική αρχή της διαφάνειας που, τους Ν. 3448/2006, το ΠΔ 28/2015
το Ν4727/2020 με τις διατάξεις του οποίου ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία οι αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2019/1024 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2019 για τα ανοιχτά δεδομένα, ζητήσαμε μεταξύ άλλων, να μας παραδοθούν αναλυτικά στοιχεία για τον συνολικό αριθμό διαθεσίμων μονάδων εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) στο ΕΣΥ σε όλη τη χώρα από την αρχή της πανδημίας. Επανήλθαμε με νέο γραπτό αίτημα στις 9 Δεκεμβρίου.
Στις 12 Δεκεμβρίου 2020 επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά με τον ΕΟΔΥ, ο οποίος μας διαβεβαίωσε προφορικά ότι θα λάβουμε γραπτή απάντηση μέσα στον επόμενο μήνα!  Ύστερα από δύο μήνες και μετά από τη σιωπηρή απόρριψη της αίτησής μας παρά τους παραπάνω νόμου επανήλθαμε με νέο τρίτο γραπτό αίτημα προς τους αρμόδιους φορείς. Καμία απάντηση δεν δόθηκε.
Επι ένα χρόνο στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία επίσημη ανάρτηση στον ιστότοπο του ΕΟΔΥ του πραγματικού υφιστάμενου αριθμού των διαθέσιμων ΜΕΘ και των διαθέσιμων MEΘ-Covid-19 παρά μόνο ανακοινώνεται το ποσοστό κάλυψης των υφιστάμενων ΜΕΘ-Covid-19, χωρίς να διευκρινίζεται το διαθέσιμο σύνολο. Όλα τα δεδομένα που προκύπτουν από δημοσιογραφικές έρευνες και από μέλη της Κοινωνίας των Πολιτών είναι δευτερογενή. Η κυβέρνηση, ενώ ανακοινώνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα την φερόμενη αύξηση των διαθέσιμων κλινών ΜΕΘ, συνεχώς συγχέει τις γενικές κλίνες ΜΕΘ και τις ΜΕΘ Covid-19. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Οι πραγματικές ΜΕΘ και οι θάνατοι 

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2020, σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, λειτουργούσαν 893 ΜΕΘ και ΜΑΦ στη χώρα
εκ των οποίων οι 607 ήταν γενικές ΜΕΘ και οι 169 ΜΕΘ Covid -19 και 117 ΜΑΦ. Οι κλίνες στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στα νοσοκομεία της επικράτειας ανέρχονταν τότε σε 930. Από αυτές, 701 διατίθενται για ασθενείς με νοσήματα πλην Covid-19 και 229 διατίθενται αποκλειστικά για την νοσηλεία ασθενών με Covid-19. 

«Αυτή τη στιγμή έχουμε 1.305 κλίνες ΜΕΘ στη χώρα, 748 κλίνες Covid και 557 non-Covid, και συνεχίζουμε να εγκαινιάζουμε, να ανοίγουμε νέες κλίνες. Παραλάβαμε 557 ΜΕΘ το 2019» δήλωσε προφορικά (πάντα) στις 7 Δεκεμβρίου ο υπουργός υγείας Β.Κικίλιας. Η πραγματικότητα είναι όμως διαφορετική. Σύμφωνα με πληροφορίες του MIIR, αλλά και όπως επιβεβαιώνουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση, η κυβέρνηση της ΝΔ παρέλαβε 568 κλίνες ΜΕΘ το 2019. Παρέλαβε όμως και 510 κλίνες ειδικών ΜΕΘ (180 στο ΕΣΥ που αφορούν μονάδες εγκαυμάτων, καρδιοχειρουργικές και στεφανιαίες μονάδες, μονάδες πλαστικής χειρουργικής, 260 σε ιδιωτικές κλινικές και 70 σε στρατιωτικα νοσοκομεία). Τον αριθμό των ειδικών ΜΕΘ που παρέλαβε η κυβέρνηση τον αποσιωπά και ισχυρίζεται ότι ανέβασε τον αριθμό των διαθέσιμων ΜΕΘ σε 1400.

«Είναι ψέμα αυτό που λέει η κυβέρνηση για 1300 και 1400 ΜΕΘ στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αυτός ο αριθμός. Οι πολυδύναμες ΜΕΘ που διαθέτει το σύστημα υγείας ήταν περίπου 650 στο δεύτερο κύμα της πανδημίας. Βάσει των στοιχείων που συλλέγουμε εμείς πάνω από το 80% των θανάτων από Covid-19» έχει πραγματοποιηθεί εκτός Μονάδας Εντατικής Θεραπείας» δηλώνει στο ΜIIR ο Μιχάλης Γιαννάκος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημόσιων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ). 

Απόκρυψη

«Τα πρωτογενή δεδομένα με τα οποία μπορούμε να αξιολογήσουμε το έργο της πολιτείας και της επιστημονικής επιτροπής, λείπουν. Για την ακρίβεια, είναι κρυμμένα επιμελώς. Πόσοι ασθενείς δε βρίσκουν κλίνες; Πόσοι πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ; Γίνεται διαλογή ασθενών; Ποιοι εμβολιάστηκαν κατά προτεραιότητα; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα αποτελούν για τους πολίτες τα κριτήρια για να αξιολογήσουν αν η πολιτεία έκανε σωστά τη δουλειά της. Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν. Απλώς δε δίνονται στη δημοσιότητα» εξηγεί ο Βασίλης Τσαουσίδης, καθηγητής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο. « Όπως και να 'χει, αν το ποσοστό αποθεραπείας (εξερχομένων) στις ΜΕΘ είναι μεταξύ 35-50%, τότε το ποσοστό των θανόντων, μέχρι σήμερα, εκτός ΜΕΘ κυμαίνεται μεταξύ 61-79%» δηλώνει ο καθηγητής. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

Η Ελλάδα ακόμα και τώρα βρίσκεται σχετικά χαμηλά σε θανάτους ανά κάτοικο πανευρωπαϊκά , έχει όμως πληγεί πολύ σοβαρά στο δεύτερο -τρίτο κύμα. Τα δεδομένα αλλάζουν δραματικά τις τελευταίες εβδομάδες. Το ΕΣΥ στην Ελλάδα είναι πιο αδύναμο συγκριτικά με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχοντας πολύ χαμηλό αριθμό νοσηλευτών ανά κάτοικο και μια από τις μικρότερες αναλογές ΜΕΘ/κάτοικο πανευρωπαϊκά από την αρχή της πανδημίας. Το ίδιο συμβαίνει και μετά από ένα χρόνο παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να θολώσει τα νερά.
Δεδομένων των παραπάνω η Ελλάδα είχε μικρότερη δυνατότητα μέχρι την κατάρρευση του συστήματος υγείας, με αποτέλεσμα να υιοθετήσει ένα παρατεταμένο πεντάμηνο lockdown, το οποίο όμως δε λειτούργησε. Η χώρα ανοίγει την οικονομία και τον τουρισμό με τα επιδημιολογικά δεδομένα στα «κόκκινα». Με περισσότερες ΜΕΘ, γιατρούς και νοσηλευτικο προσωπικό η χώρα θα είχε διαφορετικές δυνατότητες θωράκισης, χωρίς να χρειαστεί να βάλει λουκέτο για τόσους μήνες, ρισκάροντας να οδηγηθεί σε μια νέα οικονομική κρίση μετά την οδυνηρή δεκαετία των Μνημονίων. 

Το γεγονός ότι αποκρύπτονται ο συνολικός αριθμός των ασθενών που έχουν εξυπηρετηθεί σε ΜΕΘ Covid και ο αριθμός των ασθενών που έχουν καταλήξει σε ΜΕΘ Covid και το ποσοστό αποθεραπείας σε αυτές, ώστε να μην είναι δυνατόν να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός αυτών που έχουν πεθάνει εκτός ΜΕΘ, έπρεπε να έχει προκαλέσει ήδη την δημόσια κατακραυγή.

Διαθέσιμες μεταφράσεις
Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Συντάκτης/ες:

Kostas Zafeiropoulos
Janine Louloudi

Πηγή/ες:

MIIR
share subcribe newsletter