Η χορτοφαγική επανάσταση της Ευρώπης

Αν η Ε.Ε. αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα περιβαλλοντικά θέματα, δεν μπορεί να συνεχίσει να αγνοεί τα πολύ σημαντικά θέματα που αφορούν τα εκτροφεία ζώων. Ο ολοένα και αυξανόμενος προβληματισμός που προκύπτει από τις ηθικές, περιβαλλοντικές και υγειονομικές επιπτώσεις που δημιουργεί αυτό το ζήτημα έχει οδηγήσει ένα μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων στην μείωση ή απόλυτη αποφυγή του κρέατος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.  

Αυτό που κάποτε αποτελούσε μια μικρή μειονότητα τώρα έχει γίνει η βασική διατροφική επιλογή πολλών Ευρωπαίων , με 6 στα 10 τοις εκατό των ανθρώπων να αποφεύγουν να καταναλώσουν κρέας και να υιοθετούν μια χορτοφαγική ή βέγκαν διατροφή. Επιπλεόν, γενικότερα η Ήπειρος πρωτοστατεί στον τομέα των υποκατάστατων κρέατος καταλαμβάνοντας το 39 τοις εκατό της παγκόσμιας αγοράς .

Ενώ οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να βρίσκονται στην κλίμακα με τον μεγαλύτερο αριθμό καταναλωτών κρέατος στον κόσμο, η περιβαλλοντικές επιπτώσεις των κρεατικών και γαλακτοκομικών προϊόντων έχουν οδηγήσει εκείνους που αποφασίζουν για τις πολιτικές της Ε.Ε  να αλλάξουν τον προσανατολισμό τους ενώ οι καταναλωτές έχουν ξεκινήσει να συνειδητοποιούν τις περιβαλλοντικές, ηθικές και υγειονομικές επιπτώσεις της διατροφής τους.

Παρόλα αυτά, αν η Ε.Ε. και οι πολίτες έχουν πάρει στα σοβαρά τα περιβαλλοντικά θέματα, δεν μπορούν πλέον να αγνοούν τα πολύ σοβαρά δεδομένα που σχετίζονται με τη ζωική γεωργία. 

Οι 512 εκατ. Ευρωπαίοι πολίτες αναλογούν στο 6,8 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά ευθύνονται για το 16 τοις εκατό της παγκόσμιας κατανάλωσης κρέατος.  

Η τρέχουσα κατά κεφαλήν ποσότητα κρέατος που καταναλώνουν σήμερα οι Ευρωπαίοι ανέρχεται σε 69,3 κιλά, αλλά ο αριθμός  αυτός αναμένεται να μειωθεί στα 68,6 κιλά έως το 2030, σύμφωνα με την έκθεση για τις γεωργικές προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2018-2030 , αν και η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων θα αυξηθεί.

Η προφανή αίτια για αυτή την προβλεπόμενη μείωση είναι η αύξηση στους χορτοφάγους στην Ε.Ε, εκείνους που αποφεύγουν την κατανάλωση κρέατος και τους βέγκαν που αποφεύγουν τα προϊόντα ζωικής προέλευσης γενικότερα. 

Μελετώντας τα στατιστικά δεδομένα από έρευνες με μεγάλο αριθμό συμμετοχών, η Ευρώπη έχει δει σημαντική αύξηση σε χορτοφάγους και βέγκαν τα τελευταία χρόνια. 

Το 2007 ο αριθμός των χορτοφάγων στην Σουηδία ήταν 270.000 (το 3 τοις εκατό του πληθυσμού), ενώ το 2014 αποτελούσαν το 10 τοις εκατό.  Μία έρευνα το 2009 αποκάλυψε ότι στην Γερμανία υπήρχα 7.38 εκατ. χορτοφάγους (το 9 τοις εκατό του πληθυσμού), ενώ το 2017 ήταν 9.3 εκατ., δηλαδή κάτι παραπάνω από το 11 τοις εκατό του πληθυσμού.

Στην μεγαλύτερη έρευνα του Η.Β. (1 0.000 συμμετοχές) 3,25 τοις εκατό του πληθυσμού, άνω της ηλικίας των 15 ήταν χορτοφάγοι ή βέγκαν, με τους βέγκαν να αυξάνονται ραγδαία από τους 150.000 το 2006 στους 540.000 το 2016 ( μια αύξηση της τάξεως του 72.2 τοις εκατό)

Παρομοίως και στην Ιταλία μια έρευνα του 2016 υπέδειξε ότι το 1 τοις εκατό του πληθυσμού ήταν βέγκαν, ενώ δύο χρόνια αργότερα αυξήθηκε στο 1,9 τοις εκατό. Παρόλα αυτά, η ίδια ομάδα μελέτης υπέδειξε ότι χορτοφάγοι και βέγκαν αποτελούσαν το 10 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού το 2009 και το 2018 μειώθηκε στο 7,1 τοις εκατό. 

Στην Πολωνία το 8 τοις εκατό του πληθυσμού είναι χορτοφάγοι/βέγκαν , με 87,5 τοις εκατό αυτώ των τριών εκατομμυρίων χορτοφάγων να είναι βέγκαν. 

Οι αλλαγές αυτές επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό και από εκείνους που προσπαθούν να μειώσουν την κατανάλωση κρέατος, οι  γνωστοί ως «φλεξιτέριαν» που επιθυμούν οι διατροφικές τους επιλογές να είναι πιο υγιεινές και περιβαλλοντολογικά σωστές αλλά χωρίς να αλλάζουν δραματικά τη διατροφή τους συνήθειες. 

Αυτή η μετατόπιση έχει οδηγήσει σε αναπροσαρμογή της αγοράς με τη ζήτηση στα υποκατάστατα κρέατος να έχει αυξηθεί κατά 451% στις ευρωπαϊκές αγορές από το 2014 έως το 2018. 

Τα προϊόντα αυτά έχουν μία προβλεπόμενη καθαρή αξία στην παγκόσμια αγορά μόλις κάτω των έξι δις. ευρώ έως το 2022. Η Ευρώπη ήταν η μεγαλύτερη αγορά υποκατάστατων κρέατος το 2016, σε ποσοστό μόλις 40% των παγκόσμιων πωλήσεων.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ζωικής γεωργίας είναι ένας από τους βασικότερους λόγους αυτής της μετατόπισης και είναι γεγονός ότι είναι ένα από τα πιο σημαντικά θέματα που πρέπει να επιλύσει η Ε.Ε. προκειμένου να πετύχει τους περιβαλλοντικούς στόχους της. 

Βέβαια το τι πιστεύεται και το συμβαίνει πραγματικά βρίσκονται σε αντιδιαστολή σύμφωνα με έρευνα της Greenpeace, όπου αποκαλύφθηκε ότι το 18-20 τοις εκατό του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού πηγαίνει στη ζωική γεωργία, αναγεννώντας ερωτήματα ως προς τη πραγματική δέσμευση της Ε.Ε, στα περιβαλλοντικά θέματα. 

Η ζωική γεωργία και ιδιαίτερα η εργοστασιακή γεωργία, είναι από τις κύριες αιτίες κάποιων από τις πιο πιεστικές οικολογικές κρίσεις της εποχής μας και εκτιμάται ότι είναι υπεύθυνη για το 17% των ευρωπαϊκών ανθρώπινων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Ο μέσος πολίτης της Ε.Ε έχει αποτύπωμα τροφής 1070 kg CO2  ετησίως όταν ληφθούν υπόψη οι εκπομπές  διοξειδίου του άνθρακα από την παραγωγή, την εκμετάλλευση της γης και τις διεθνείς μεταφορές.

Σύμφωνα με μία έρευνα του 2014, αν οι Ευρωπαίοι πολίτες κατανάλωναν 50 τοις εκατό λιγότερο κρέας, γαλακτοκομικά προϊόντα κα αυγά, τότε οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από την γεωργία θα μειώνονταν από 25 με 40 τοις εκατό,  με αποτέλεσμα να υπάρξει σημαντική πρόοδος ως προς την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων στην μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40 τοις εκατό έως το 2030 και 80-90 τοις εκατό έως το 2050.

Ένα κεντρικό ζήτημα είναι η δυσανάλογη κατανομή των επιδοτήσεων υπέρ της γεωργίας των ζώων. Εάν οι επιδοτήσεις κατανεμηθούν πιο δίκαια στους καλλιεργητές φυτών, θα ενθαρρυνθεί περισσότερο η βιώσιμη γεωργία γενικότερα και τα κέρδη τους δεν θα επηρεάζονται, ενώ οι καταναλωτές θα τρώνε πιο υγιεινά  και πιο φιλικά προς το περιβάλλον τρόφιμα. 

Η υψηλότερη φορολογία, η δικαιότερη κατανομή των επιδοτήσεων, οι πρωτοβουλίες, η καλύτερη εκπαίδευση σε ότι αφορά τη διατροφή, καθώς και η δέουσα σημασία στα λεγόμενα των δεκάδων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που προτρέπουν την Ε.Ε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της μη βιώσιμης κατανάλωσης τροφών ζωικής προέλευσης,  θα προκαλούσε σημαντική αλλαγή προς το καλύτερο. 

Τη δεδομένη στιγμή, φαίνεται ότι κυρίως επικρατούν λόγια και συζητήσεις παρά πρακτικές λύσεις, αυτό όμως που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι κανένας σοβαρός δημόσιος διάλογος για το περιβάλλον δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν θέτει σε πρώτη γραμμή το ζήτημα της ζωικής γεωργίας. 

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Συντάκτης/ες:

Andreas Vou

Πηγή/ες:

VoxEurop

Μετάφραση από :

T. Aravadinos | VoxEurop
share subcribe newsletter